• Язык:
    Греческий (Ελληνικά)
Источник:
Материалы по теме:

Οι χαρές του γήινου έρωτα

 Τρεις νουβέλες

Αφιερώνεται στην Άννα Αντρέγιεβνα Γκορένκο

Ταυτόχρονα με το ευγενικό πάθος, το οποίο έκαιγε την καρδιά του Δάντη Αλιγκέρι για την κόρη του φημισμένου Φόλκο Ποντιμάρι, την οποία οι φίλες της αποκαλούσαν τρυφερή Βεατρίκη, η Φλωρεντία γνώρισε και έναν άλλον έρωτα, οι χαρές και την θλίψη του οποίου πέρασαν όχι μέσα από τον παγωμένο ουρανό, αλλά εδώ, στην ανθισμένη ιταλική γη.

Και επειδή, ο Κύριος και Θεός στην απέραντη σοφία του δεν επέτρεψε να είμαι μάρτυρας αυτού του θεσπέσιου θεάματος, θα διηγηθώ εκείνα τα λίγα που μου είναι γνωστά για τον έρωτα του ευγενούς Γκουίντο Καβαλκάντι για την λυγερόκορμη Πριμαβέρα.

Ι

Υποφέροντας για καιρό πολύ από τον βαρύ, αν και γλυκό, πόνο του κρυφού έρωτα, ο Καβαλκάντι αποφάσισε τελικά να εξομολογηθεί στην ευγενική κυρία τις σκέψεις του, στην τρυφερή Πριμαβέρα, λέγοντας κατά την παρουσία της μια φανταστική ιστορία, όπου η αλήθεια ήταν κρυμμένη κάτω από ένα δίχτυ ευφυών επινοημάτων, παρόμοιων με την χλομή λευκότητα του γυναικείου χεριού, καλυμμένου από βαρύτιμα δαχτυλίδια βενετσιάνων τεχνιτών.

Συνέβη όμως το εξής, φευ! Ο συχνότατος παμπόνηρος σύμμαχος των ερωτευμένων – θέλησε και αυτή την φορά να τον βοηθήσει και έφερε έτσι τα πράγματα, ώστε όταν ο Καβαλκάρι επισκέφτηκε τον φίλο του, κοντινό συγγενή της πανέμορφης Βεατρίκης, τους βρήκε να συζητούν σε μία από τις αίθουσες τους σπιτιού τους, και, δίχως να προκαλέσει την παραμικρή υποψία, ζήτησε την άδεια τους για να αφηγηθεί μια ιστορία ιπποσύνης. Ο φίλος του επέδειξε έντονο ενδιαφέρον να την ακούσει, και η Πριμαβέρα, χαμηλώνοντας το βλέμμα, με ένα χαμόγελο εξέφρασε την επιθυμία της, αναδεικνύοντας για άλλη μια φορά εκείνο τον απόλυτο σεβασμό, ο οποίος κάνει να ξεχωρίζουν τα πρόσωπα που έχουν ευγενική καταγωγή και εξίσου υψηλά πνευματικά προσόντα.

Ο Καβαλκάντι άρχισε την αφήγησή του για έναν κύριο, ο οποίος αγαπούσε μια δεσποσύνη, η οποία όχι μόνο δεν ανταποκρινόταν στα αισθήματα του, αλλά είχε εκφράσει και την επιθυμία να μην τον συναντάει καθόλου, ούτε στους δρόμους της γενέθλιας πόλης, ούτε στις συναναστροφές των ευγενών κυριών, όπου επιδεικνύουν την ομορφιά τους, ούτε στο ναό κατά την διάρκεια της λειτουργίας · πως αυτός ο ιππότης, με καρδιά, όπου, όπως αποδείχτηκε, η θλίψη είχε μπήξει όλα της τα καρφιά, κρύφτηκε στον πιο απομακρυσμένο από τους πύργους του για παράξενες διασκεδάσεις, βασανιστικές ηδονής του ανεκπλήρωτου έρωτα. Ένας διάσημος ζωγράφος του έφτιαξε από χρυσάφι και ελεφαντόδοντο ένα πανέμορφο αγαλματίδιο της κυρίας, ο έρωτας προς την οποία είχε κυριεύσει την ψυχή του. Αργά περνούσαν οι μοναχικές ημέρες, μέσα στην θλίψη και την περισυλλογή, σαν τις κουκουβάγιες που ζούσαν στις πολεμίστρες του πύργου, πότε δηλητηριώδεις και μαύρες, σαν τα φίδια που φώλιαζαν στα υπόγεια του. Από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ ήταν σκυμμένος ο δυστυχής ερωτευμένος μπροστά στο άψυχο αγαλματίδιο, πλημμυρίζοντας με κλαυθμούς και αναστεναγμούς τις άδειες αίθουσες. Και μονίμως λόγια γεμάτα τρυφερότητα και σεβασμό ηχούσαν από τα χείλη του, και πάντα μιλούσε μόνο για την αγαπημένη του δεσποσύνη. Κανείς δεν ξέρει, πόσα δύσκολα χρόνια πέρασαν, και σύντομα επρόκειτο να σβήσει η φωτιά της άκαρδης ζωής και τα μισότυφλα από τα δάκρια μάτια του έμελλε να δουν το σύντομο πρόσωπο της αιώνιας νύχτας, αλλά ο μεγάλος έρωτας έκανε το μεγάλο του θαύμα: μια φορά, όταν η μαύρη θλίψη μαχαίρωνε την καρδιά του ερωτευμένου και τα χείλη του ψιθύριζαν ιδιαίτερα τρυφερά λόγια, το χέρι του αγάλματος κουνήθηκε και τεντώθηκε προς το μέρος του, σα να ήθελε να το φιλήσει. Και όταν εκείνος το άγγιξε με τα χείλη του, μια γαλαζωπή χαρά πλημμύρισε τους πιο μακρινούς διαδρόμους της καρδιάς του, και τότε σηκώθηκε, δυνατός, τολμηρός και έτοιμος για μια νέα ζωή. Και το αγαλματίδιο έμεινε έτσι, με το χέρι απλωμένο.

Η φωνή του Καβαλκάντι έτρεμε όταν αφηγείτο αυτή την ιστορία, και συχνά έριχνε εύγλωττες ματιές προς την πλευρά της Πριμαβέρα, η οποία άκουγε έχοντας χαμηλώσει με σεμνότητα το βλέμμα της, όπως αρμόζει στην κόρη ενός τόσο ευγενικού οίκου. Φευ όμως! – η πονηριά του δεν έγινε αντιληπτή, και όταν ο φίλος του άρχισε να μιλάει με πικρία για την σκληρότητα των όμορφων κυριών, η Πριμαβέρα, σημείωσε πως, ανεξάρτητα από την γοητεία της ιστορίας που μόλις άκουσαν, εκείνη προτιμάει αντί για τα ιπποτικά μυθιστορήματα και τις αισθηματικές νουβέλες, τα βιβλία ψυχοφελούς περιεχομένου και ιδιαίτερα τα «Τα μικρά άνθη» του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης. Λέγοντας αυτά τα λόγια, σηκώθηκε από την θέση της και βγήκε από το δωμάτιο με τέτοιο ύφος ευγενικής αξιοπρέπειας, που θα της άρμοζαν μόνο τα λόγια των αρχαίων ποιητών, οι οποίοι ύμνησαν το βάδισμα των θεών.

Βλέποντας ότι απέτυχε πλήρως το από καιρό επεξεργασμένο του σχέδιο, ο Καβαλκάντι ένιωσε στην καρδιά του μια πικρή απογοήτευση και, δίχως ελπίδα ότι θα μπορέσει να κυριαρχήσει στον εαυτό του, αποχαιρέτησε τον φίλο του, λέγοντας του πως δεν χρειάζεται να επιβαρυνθεί κι άλλο συνοδεύοντας τον. Ο ήλιος είχε ήδη δύσει, και στις αίθουσες είχε πέσει το ημίφως, όταν ξαφνικά στην εξώπορτα ο Καβαλκάντι είδε την τρυφερή Πριμαβέρα, μόνη της, σκυμμένη πάνω από το μπλε μάρμαρο του πατώματος. «Μου έπεσε το δαχτυλίδι, - είπε εκείνο λίγο πιο σιγανά απ’ ότι μιλούσε συνήθως, - μήπως μπορείτε να με βοηθήστε να το βρω;». Και όταν εκείνος έσκυψε, ένα χέρι, λεπτό, τρυφερό, με μικρές γαλάζιες αρτηρίες, δήθεν τυχαία τον άγγιξε στο πρόσωπο και για μια στιγμή σταμάτησε στα χείλη. Η ταχύτητα, με την οποία σήκωσε το κεφάλι, δεν μπορούσε να συγκριθεί με την ταχύτητα της Πριμαβέρας, η οποία χάθηκε πίσω από την βαριά γαλλική δρύινη πόρτα. Τότε ο Καβαλκάντι κατάλαβε ότι δεν πρόκειται να βρει τα δαχτυλίδι, λες κι αυτό είχε πέσει στα αφρισμένα νερά της Αδριατικής θάλασσας, και πήγε σπίτι με την ψυχή του μέσα στην απόλυτη ευτυχία.

ΙΙ

Το τελευταίο διάστημα ο Καβαλκάντι συναντούσε πολύ συχνά την πανέμορφη Πριμαβέρα πότε σε συγκεντρώσεις, όπου οι νέοι των καλών οικογενειών είχαν την ύψιστη τιμή να είναι υπηρέτες των δεσποινίδων τους, πότε κατά την διάρκεια των ευλαβικών λιτανειών, πότε στο σπίτι των γονέων της. Ούτε τα τρυφερά βλέμμα, ούτε οι βαθιοί αναστεναγμοί ή τα ερωτικά σονέτα δεν μπόρεσαν να υπονομεύσουν εκείνη την ιδιαίτερα ψυχρή αδιαφορία με την οποία η Πριμαβέρα αντιμετώπιζε τον έρωτά του. Την ίδια περίοδο όλη η Φλωρεντία μιλούσε για έναν περαστικό κύριο από την Βενετία και για την μάλλον ερωτευμένο, παρά σεβάσμιο θαυμασμό που έδειχνε για την ομορφιά της Πριμαβέρας. Αυτός ο Βενετός φορούσε κοστούμια που θύμιζαν με τα χρώματα τους παπαγάλο· ακιζόμενος, τραγουδούσε, κατάλληλα μόνο για τις ταβέρνες ή χυδαία στρατιωτικά στιχάκια· και αλαζονικά διηγούνταν για τα ταξίδια του συμπατριώτη του Μάρκο Πόλο, στα οποία ο ίδιος ούτε που είχε καν σκεφτεί να συμμετάσχει. Και κάποια στιγμή ο Καβαλκάντι είδε ότι η Πριμαβέρα δέχτηκε το σονέτο που τις πρότεινε αυτός ο επηρμένος ανόητος, στο οποίο υμνούσε την ομορφιά της με εκφράσεις πομπώδεις και φαιδρές: τα στήθη της συγκρίνονταν με τις χιονισμένες κορφές των Ιμαλάιων, το βλέμμα της με τα δηλητηριασμένα βέλη των κατοίκων των άγριων Ταρτάρων, ενώ ο έρωτας, που προκαλεί αυτή, με τον τρομερό τέρας Σιμλά, που ζει στην επικράτεια του Μεγάλου Μογγόλου και καταβροχθίζει καθημερινά χιλιάδες ανθρώπους· επιπλέον, συχνά έχανε το μέτρο και οι στίχοι δεν ήταν ομοιοκατάληκτοι. Παρόλα αυτά σε στιγμές απόγνωση η καρδιά του Καβαλκάντι πγίγονταν από την ασυνείδητη, μα φλογερή ζήλια, σαν το ευγενικό ατσάλι του πολεμικού ξίφους που γεμίζει σκουριά στην κρύα υγρασία των παλιών υπογείων.

Σκεφτικός, νιώθοντας πρώτος στο σπίτι της θλίψης, διέσχιζε μια μέρα την πλατεία, σχεδιάζοντας να φύγει για πάντα σε χώρες μακρινές, ή απλά ένα χτύπημα στιλέτου να κόψει το θλιβερό νήμα της ζωής του. Ήταν μεσημέρι, είχε καύσωνα και υγρασία. Οι έρημοι δρόμοι της παλιάς Φλωρεντίας, έμοιζαν να λαγοκοιμούνται περιμένοντας το δείλι, όταν κάτω από την μεγαλοπρεπή του παράταξη πέρασαν όμορφες και τρυφερές δεσποσύνες, και οι ερωτευμένοι νέοι, όρθιοι κάπου μακριά, θα ρίχνουν φλογερά βλέμματα. Ο Καβαλκάντι περπατούσε, βυθισμένες στις μαύρες σκέψεις του, και, εντελώς τυχαία σηκώνοντας το βλέμμα είδε τον Λορέντζο, ένα γέρο επαίτη, η πονηριά του οποίου ήταν πολύ καλά γνωστή σε όλους τους νέους. Ήταν ο φύλακας των ερωτευμένων κατά την διάρκεια των συναντήσεων τους και συνθηματικά χτυπούσε με την βακτηρία του, όταν πλησίαζαν οι αδιάκριτοι ή οι ανταγωνιστές. Οι τρυφερές δεσποσύνες μόνο αυτόν εμπιστεύονταν για να μεταφέρει τις επιστολές, που όριζαν τις μυστικές συναντήσεις. Εκείνη τη στιγμή ο γέρος Λορέντζο με το πονηρό χαμόγελο κάτι έκρυβε στις κουρελιασμένες πτυχές του μάλλινου πανωφοριού του, ενώ δίπλα του προσπαθώντας επιμελώς να κρύψει την αμηχανία της, στεκόταν η λεπτεπίλεπτη Πριμαβέρα, φορώντας ένα φόρεμα στο χρώμα του εκτυφλωτικού λευκού.

Ένας έντονος και ξαφνικός πόνος της ζηλότυπης υποψίας, τυλιγμένης σε ένα φλεγόμενο σύννεφο, τύλιξε το βλέμμα του Καβαλκάντι, και, όταν απέκτησε ξανά την ικανότητα να κυριαρχεί στα αισθήματα του, ο Λορέντζο είχε ήδη χαθεί πίσω από την πλησιέστερη γωνιά, ενώ η Πριμαβέρα με βιαστικά βήματα κατευθυνόταν προς το σπίτι της. Κανείς από τους δύο δεν είχε προσέξει την παρουσία του. Με μια αίσθηση πίκρας και απόγνωσης στην καρδιά του, νιώθοντας πως το πρόσωπο του έχει καλυφθεί από μια θανάσιμη λευκότητα, ο Καβαλκάντι έτρεξε να προλάβει την Πριμαβέρα και με φωνή που έτρεμε από τον φόβο μην φανεί εριστικός, άρχισε να της λέει πως από καιρό την αγαπάει, πόσο μεγάλα είναι τα βάσανά του, και την παρακάλεσε, ως έσχατη χάρη, να του πει ποιος είναι ο ευτυχής στον οποίο ο γέρο Λορέντζο θα πάει την επιστολή· εξέφρασε την ελπίδα ότι η καρδιά της ανήκει σε όντως άξιο, και ορκίστηκε να πεθάνει σήμερα κιόλας, δίχως να αποκαλύψει το μυστικό που του εμπιστεύτηκε.

Η Πριμαβέρα περπατούσε, δίχως να σηκώνει το κεφάλι και αμήχανα έπαιζε στα λεπτά της δάχτυλα το αρωματισμένο ροζάριο, αλλά όσο ο Καβακάλντι μιλούσε, τα χείλη της έτρεμαν, τα μάγουλα της κοκκίνισαν, και, δίχως να περιμένει να τελειώσει, άρχισε να του μιλάει παθιασμένα και γρήγορα. Είχε μείνει έκπληκτη ακόμη και με την σκέψη ότι αυτή ήταν εκείνη που είχε στείλει την επιστολή. Ποτέ οι δεσποσύνες ευγενικής καταγωγής δεν θα αποφάσιζε να κάνει κάτι τέτοιο. Έτσι θα μπορούσε να σκεφτεί και να μιλήσει μόνο για τις πλανόδιες τραγουδίστριες από τη Νάπολη ή για τις γυναίκες των προαστίων, τις οποίες ο Καβαλκάντι, φυσικά, γνώριζε πολύ καλά.

Δεν μπορούσε να καταλάβει πως τόλμησε να την πλησιάσει καταμεσίς του δρόμου και μάλιστα να της μιλήσει για τον έρωτα του. Μήπως δε γνωρίζει, άραγε, πόσο δύσκολο και ανάξιο είναι για μια κυρία ευγενικής καταγωγής ν’ ακούει τέτοια πράγματα; Και, δίχως να ολοκληρώσει τα λόγια του, με πρόσωπο, κατακόκκινο από τη ντροπή που θύμιζε ινδικό ροζ μαργαριτάρι, κρύφτηκε πίσω από την βαριά πόρτα του σπιτιού της.

Γεμάτος ντροπή για τις υποψίες του και την ανυπόστατη ζήλια του, Καβαλκάντι επέστρεψε αργά, προσπαθώντας να καθησυχάσει τον εαυτό του, ότι η τρυφερή δεσποσύνη είναι εξίσου απρόσιτη για όλους, και υποσχόμενος πως στο μέλλον δεν θα πρόκειται να ταράσσει την ντροπαλότητά της ούτε με αναστεναγμούς, ούτε με βλέμματα, ώστε έστω και κάποτε να τύχει της συγγνώμης για το λάθος του. Από τις σκέψεις αυτές τον έβγαλε ο γέρο Λορέντζο, ο οποίος από ώρα πολλή περιφερόταν γύρω από το σπίτι του, σαν μια μεγάλη νυχτερίδα. «Από την πανέμορφη Πριμαβέρα», - είπε και προσεκτικά έβγαλε την επιστολή, - μου έδωσε ένα ολόκληρο δουκάτο».

ΙΙΙ

Μετά από λίγες ημέρες τα πράγματα ήρθαν έτσι που ο Καβαλκάντι αρρώστησε και τη βουλήση του Παντοδύναμου Θεού έπρεπε να μεταφερθεί στον πληθυσμό των πολιτών της αιώνιας ζωής. Έκλαψε η λυγερόκορμη και τρυφερή Πριμαβέρα, έχυνε τα μεγάλα της δάκρυα στο ξαπλωμένο μέσα στον μαρμάρινο τάφο κορμί του αγαπημένου της, ενώ οι ευγενείς κύριοι με θλιμμένα πρόσωπα θυμούνταν, τι όμορφα πράγματα έκανε ο εκλιπών κατά την ακάματη διακονία του στην μεγαλοπρεπή μούσα της ιταλικής ποιήσεως· παρέθεταν τα σονέτα, τις μπαλάντες και το εκπληκτικό καντσονέτο περί της φύσεως του έρωτα. Σκεπτική η Φλωρεντία τυλίχθηκε στο πένθος.

Ο φωτεινός Άγγελος οδήγησε τον Καβαλκάντι στην πόρτα του παραδείσου, όπου λουσμένα σε ένα πρασινωπό φως ήταν χαραγμένα τα λόγια: «Ύψιστη χαρά, αιώνια ευτυχία να έχετε εσείς, που εισέρχεστε πλέον ως αθάνατοι». Και είπε ο Άγγελος: «Θέλεις να σε οδηγήσω εκεί όπου στην παρέα των παρθένων που συνοδεύουν την Παρθένο Μαρία, βρίσκεται η τρυφερή, σαν μεταξωτή νεφέλη, μειλίχια Βεατρίκη, την ομορφιά της οποίας ζηλεύουν ακόμη και οι άγγελοι». Και ο Καβαλκάντι απάντησε: «Πώς να σε ευχαριστήσω ω φωτοφόρε; Ξέρεις πώς να παρηγορείς την καρδιά που υποφέρει. Οδήγησε με στην πανέμορφη Βεατρίκη και δώσε μου το θάρρος έστω και από μακριά να κοιτάξω το λαμπρό της φόρεμα. Ξέρεις, ήταν φίλη της Πριμαβέρας».

Και είπε ο Άγγελος: «Θέλεις να σε πάω εκεί, όπου στις ασημένιες αλέες του παραδείσου περνάει η λαμπρός, σαν τον ήλιο, αθώος σαν κρίνος της Ανατολής, ο Ιησούς Χριστός· με τρυφερότητα φιλάει κάθε έναν που έρχεται για πρώτη φορά σ’ Αυτόν». Και ο Καβαλκάντι απάντησε: «Φωτοφόρε, η μεγαλοθυμία σου, ξεπερνάει τις προσδοκίες μου! Θα παρακαλέσω τον Ιησού Χριστό εκείνο τον χρυσό που Του είχαν φέρει από την Ανατολή οι τρεις σοφοί μάγοι, και, αφού κάνω ένα πλεχτό δαχτυλίδι, σαν μαργαριτάρι θα πάρω το δάκρυ που τη νύχτα έχυσε από τα γλυκά του μάτια στον κήπο της Γεσθημανής. Και θα το έχω για να το δωρίσω στην Πριμαβέρα όταν θα έρθει».

Και είπε ο Άγγελος: «Θέλεις να σε πάω εκεί όπου με Δόξα και Τιμή, περιτριγυρισμένος από τις λεγεώνες των λαμπρών πνευμάτων, κάθεται ο Θεός στον θρόνο Του; Ένα χρυσό στεφάνι έχει στο κεφάλι του, στους ώμους έναν χρυσό μανδύα και τα πόδια του η κλίμακα, φτιαγμένη από λαμπερό χρυσάφι, από την οποία οι άγγελοι κατεβαίνουν στη γη, και οι ψυχές των δίκαιων ανεβαίνουν στον παράδεισο». Και ο Καβαλκάντι απάντησε: «Αν θέλεις να εκπληρώσεις την πιο πολύτιμη επιθυμία μου, ως φωτοφόρε, ας πάμε εκεί κι ας βιάσουμε το βήμα μας· και από αυτή τη χρυσή κλίμακα, για την οποία μου μίλησες, θα κατέβω στη γη, όπου γη η Πριμαβέρα μου».

Другие переводы:


Материалы по теме:

Проза


А вот еще:

Beatrice

Muses, enough, cease your sobbing, / Pour out your grief into singing, / Sing about Dante soul-stirring, / Or play the flute, play with feeling. / / Move on, annoying faun deities, / Music is dead in your screaming! / Haven’t you learned only lately / Beatrice exited Eden....

Yet All But Once

Yet all but once you’ll reminisce of me / And of my world mysterious and thrilling, / The quirky world of songs and fervency, / But among all, unique and undeceiving. / / It could have been yours also, but alas, / It was too much for you, or was too scanty, / I must have ...